Σάββατο, 5 Απριλίου 2014

Ο γαλλικός κινηματογράφος τη δεκαετία του ΄20: οι αβάντ-γκαρντ στη θεωρία και την πρακτική


Κατά τη δεύτερη δεκαετία του 20ου αιώνα, η ανθρωπότητα γνώρισε μια σειρά από ριζικές μεταλλάξεις σε επίπεδο πολιτικό (Α' Παγκόσμιος πόλεμος, Οκτωβριανή επανάσταση) και καλλιτεχνικό (εμφάνιση ή εδραίωση των διάφορων αβάντ-γκαρντ ρευμάτων, όπως ο φουτουρισμός, ο κυβισμός, ο εξπρεσιονισμός). Με τη σειρά του, ο κινηματογράφος δεν έμεινε στάσιμος. Η πορεία προς την αστικοποίηση ολοκληρώνεται, η διάρκεια των ταινιών αυξάνει απότομα και το παγκόσμιο επίκεντρο της βιομηχανίας μεταφέρεται στις ΗΠΑ. Κι αν στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού τίθενται οι βάσεις για τη δημιουργία των στούντιο και του star-system, στην Ευρώπη - και πιο συγκεκριμένα στη Γαλλία - λαμβάνει χώρα η επίσημη γέννηση της κινηματογραφικής κριτικής. Ήδη από το 1908, βρίσκουμε τις πρώτες παρουσιάσεις-αναλύσεις ταινιών στον καθημερινό τύπο, αλλά θα πρέπει να περιμένουμε τα μέσα της δεκαετίας του ΄10 ώστε συγγραφείς όπως ο Emile Vuillermoz, ο (ιταλικής καταγωγής) Ricciotto Canudo και ο Léon Moussinac να αποκτήσουν τη δική τους, αυστηρά κινηματογραφική στήλη στις εφημερίδες. Η νεοσύστατη κριτική κοινότητα θέτει εξαρχής δύο στόχους παράλληλους: τη διευκόλυνση της "ανάγνωσης" των ταινιών από το ευρύ κοινό και την αναγνώριση του κινηματογράφου ως τέχνη αυτόνομη και ισάξια των υπολοίπων.

Την ίδια στιγμή, ολοένα και μεγαλύτερο κομμάτι της πνευματικής ζωής της Γαλλίας στρέφει την προσοχή της στο σινεμά, ξεδιπλώνοντας προβληματικές συχνά αντικρουόμενες: Jean Cocteau, Louis Aragon, Philippe Soupault, Blaise Cendrars. Η πλέον εμβληματική φιγούρα, όμως, είναι ο Guillaume Apollinaire, ο οποίος θα δει στον κινηματογράφο την τέχνη του μοντερνισμού. Οι εκπρόσωποι της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας βρίσκονται σε αδυσώπητο πόλεμο με τις καθιερωμένες, ακαδημαϊκές τέχνες και αναγνωρίζουν στο σινεμά μία ευκαιρία δημιουργικής άρνησής τους. Οι αντιφατικές αυτές τάσεις θα έχουν θεμελιώδη επιρροή στη γέννηση δύο ξεχωριστών αβάντ-γκαρντ κινημάτων που θα σημαδέψουν το γαλλικό κινηματογράφο τη δεκαετία του ΄20. Το πρώτο αναφέρεται σε μια σειρά από στοχευμένες παρεμβάσεις επί της μεγάλης οθόνης δημιουργών ευρύτερων πρωτοποριακών ρευμάτων (σουρεαλιστές, ντανταϊστές, κ.α.), ενώ το δεύτερο, γνωστό ως "αφηγηματική αβάντ-γκαρντ" ή "ιμπρεσιονιστική σχολή", χαρακτηρίζει τις φορμαλιστικές αναζητήσεις μιας ομάδας νεαρών σκηνοθετών που εργάζεται στο εσωτερικό του κυρίαρχου συστήματος παραγωγής και διανομής ταινιών. Αν και τα δύο ρεύματα είναι ουσιωδώς διακριτά, οι συνεργασίες των εκπροσώπων τους είναι συνεχείς και παραγωγικές. Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί πως η ίδια η έννοια της "αβάντ-γκαρντ" τίθεται υπό διαφορετικούς όρους στο σινεμά σε σχέση με τις υπόλοιπες τέχνες με μακρά ιστορία κι εδραιωμένους "κανόνες".

Η σκληροπυρηνική αβάντ-γκαρντ

Στο πρώτο μισό της δεκαετίας, μια ομάδα δημιουργών με έφεση στις προβοκατόρικες πρωτοβουλίες, αποφασίζει να αφήσει κατά μέρους την ενασχόλησή της με τη ζωγραφική, τη γλυπτική, την ποίηση ή τη φωτογραφία, και να πειραματιστεί με τα όρια και τις δυνατότητες του κινηματογραφικού μέσου. Τα αποτελέσματα θα μείνουν διάσημα: Le Retour à la raison (1923, Man Ray), Entr'acte (1924, René Clair & Francis Picabia), Le Ballet Mécanique (1924, Fernand Léger), Anémic Cinéma (1925, Marcel Duchamp). Πρόκειται για έργα με εμφανή στόχο την πρόκληση και το σκάνδαλο. Το φιλμ του Ray είναι ενδεικτικό παράδειγμα, με φασαρίες και συμπλοκές να συνοδεύουν την προβολή του και την παρέμβαση της αστυνομίας να κρίνεται αναγκαία. Το Le Retour à la raison συνοψίζει την νεωτεριστική αναζήτηση ενός πλαστικού καλλιτέχνη που ενδιαφέρεται για τη διέγερση των αισθητήριων ενστίκτων, μακριά από κάθε αφηγηματική ή σημειολογική προσδοκία. Κατά ένα μεγάλο κομμάτι του, το φιλμ αρνείται το ρόλο και την εμπλοκή της κάμερας: ό,τι εμφανίζεται στην οθόνη είναι απευθείας αποτυπώματα διαφόρων αντικειμένων (καρφιά, ελατήρια, κ.α.) πάνω στο φιλμ. Ο ίδιος ο Ray θα ονομάσει αυτήν την τεχνική "rayogrammes", λογοπαίγνιο πάνω στον όρο "photogrammes" (δηλαδή τα φωτογραφικά καρέ από τα οποία συντίθεται μια ταινία στην καθιερωμένη της μορφή). Επιφανής εκπρόσωπος του ντανταϊστικού κινήματος που διακήρυττε ως στόχο του την καταστροφή της τέχνης, ο ήδη διάσημος φωτογράφος θα αντιμετωπίσει το σινεμά ως μία μηχανική οντότητα της οποίας η χρησιμότητα έμενε ανεξερεύνητη από το κυρίαρχο σύστημα παραγωγής.

Το πιο διάσημο φιλμ, όμως, της σκληροπυρηνικής αβάντ-γκαρντ παραμένει ως τις μέρες μας το Entr'acte, κυρίως διότι έμελε να είναι το σκηνοθετικό ντεμπούτο ενός από τους μεγαλύτερους δημιουργούς του γαλλικού κινηματογράφου. Στον René Clair αποδίδεται ουσιαστικά το δεύτερο μέρος της ταινίας, όπου σε μια σειρά από ξεκαρδιστικά, βλάσφημα γκαγκ, συλλαμβάνονται και υπογραμμίζονται τα εγγενή χαρακτηριστικά της νεόκοπης κινηματογραφικής τέχνης: η αξιοποίηση της κίνησης, με μια θαυμάσια ρυθμική οργάνωση, και η δυνατότητα δημιουργικής επέμβασης στο παγιωμένο καθεστώς της χωροχρονικής αιτιότητας. Το πρώτο μισό του Entr'acte είναι αφιερωμένο σε μια σειρά από ονειρικές εικόνες, παρατεταγμένες με μια αναρχική συνειρμική ακολουθία, και σε ξεκαρδιστικά inside jokes αυτής της αλλόκοτης καλλιτεχνικής κάστας του πρώτου μισού του 20ου αιώνα (με τη συμμετοχή των Francis Picabia, Marcel Duchamp και Eric Satie).

 Σε αντίθεση με τους ντανταϊστές, οι σκηνοθέτες της "ιμπρεσιονιστικής σχολής" αγωνίζονται καθόλη τη διάρκεια της δεκαετίας του '20 για την αναγνώριση του σινεμά ως ισοδύναμο των υπόλοιπων τεχνών. Πέρα από τη δημιουργία ταινιών, καταπιάνονται με σοβαρότητα και επιμέλεια στη συγγραφή θεωρητικών και κριτικών κειμένων. Η θεματολογία τους συνοψίζεται στην αναζήτηση του "αυθεντικού", "αγνού" κινηματογράφου, δηλαδή στην ανάδειξη και την εξύψωση των ιδιαίτερων εκείνων χαρακτηριστικών του μέσου που του χαρίζουν την ανεξαρτησία του. Ειδικότερα, συζητούν για το σινεμά ως τη σύνθεση όλων των τεχνών, για την έννοια της "φωτογένειας" που μόνο με τη συνδρομή της κάμερας και της μεγάλης οθόνης είναι εφικτή και για τον παραλληλισμό του μοντάζ με τη κατασκευή ενός μουσικού ρυθμού. Ταυτόχρονα, θα συμβάλλουν στη γέννηση της σινεφιλικής κοινότητας με τη δημιουργία των πρώτων ciné-club με στόχο την προβολή ταινιών, παρακάμπτοντας τα κεντρικά δίκτυα διανομής.

Οι σπουδαιότεροι εκπρόσωποι της αφηγηματικής αβάντ-γκαρντ ήταν οι Abel Gance, Marcel L'Herbier, Louis Delluc, Germain Dulac και Jean Epstein. Οι περισσότεροι εξ’ αυτών θα διαδραματίσουν σπουδαίο ρόλο στην εδραίωση και την αναγνώριση του σινεμά στις επόμενες δεκαετίες. Ο L'Herbier θα συμβάλλει τα μέγιστα στη γέννηση των ακαδημαϊκών κινηματογραφικών σπουδών ως διευθυντής της Idhec (Institut des Hautes Etudes Cinématographiques) από το 1944 ως το 1969, σχολής που θα στεγάσει στις αίθουσές της μερικούς από τους κορυφαίους auteurs του 20ου αιώνα (Alain Resnais, Θόδωρος Αγγελόπουλος, Louis Malle, Claude Sautet, Claire Denis), ενώ ο Epstein εξακολουθεί μέχρι τις μέρες μας να προκαλεί συζητήσεις κι έρευνες με βάση τα άκρως πρωτοποριακά θεωρητικά του συγγράμματα. Ωστόσο, ως σκηνοθέτες δε θα καταφέρουν ποτέ να ξεπεράσουν τα αριστουργήματα που έδωσαν τη δεκαετία του ΄20: La Roue (1923, Abel Gance), Coeur Fidèle (1923, Jean Epstein), L'Inhumaine (1924, Marcel L'Herbier), La coquille et le clergyman (1927, Germaine Dulac), La Glace à trois faces (1927, Jean Epstein), Napoléon (1927, Abel Gance), La Chute de la Maison Usher (1928, Jean Epstein).

Αναμφισβήτητες κορωνίδες της γαλλικής κινηματογραφικής δεκαετίας, όμως, παραμένουν το Finis Terrae (1929, Jean Epstein), παραγνωρισμένος πρόδρομος του νεορεαλιστικού κινήματος, και το άκρως εμπνευσμένο στιλιστικά και θεματικά L'Argent (1929, Marcel L'Herbier), δυο φιλμ που έναν αιώνα μετά ξαφνιάζουν με τη φρεσκάδα και την επινοητικότητά τους.

πηγή
http://nostromopresents.blogspot.gr/2014/03/20_25.html#more

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου